Στην σημερινή μας ανάρτηση μία μητέρα θυμάται τις μακρινές της αναμνήσεις από το μαιευτήριο. Το σημερινό κείμενο όμως δεν το επιλέξαμε εμείς! Το επιλέξανε τα παιδιά της ξωτικό, όταν η ίδια τα ρώτησε ποια είναι η καλύτερη και πιο αντιπροσωπευτική ανάρτηση από το blog της για να δημοσιεύσουμε στο blog μας. Ποιος από εμάς τους σημερινούς μαμάδες και μπαμπάδες δεν θα ήθελε να μάθει την ιστορία της δικής της/του γέννησης στο μαιευτήριο, τις σκέψεις των γονιών μας, τις πρώτες μας μέρες και χρόνια… τότε που δεν υπήρχανε blogs… Και έτσι όσο συνηθισμένο και αν ακούγεται να είναι ένα τέτοιο θέμα σαν το σημερινό, δεν θα πάψει να είναι από τα πιο σημαντικά, τα πιο ξεχωριστά για εμάς και ίσως πολύ περισσότερο για τα ίδια τα παιδιά μας!
Σε κάθε γενέθλια θυμάμαι και την αντίστοιχη γέννα. Τα παιδιά μου πάντα με ρωτάνε, μαμά πώς ήταν όταν γεννήθηκα, πες μου την ιστορία. Τη λέω και την ξαναλέω, και λες και την ακούνε με νέα αυτιά κάθε φορά, και βλέπω ότι το χαίρονται.
Η ιστορία της πρώτης μου γέννας, λοιπόν, όπως τη θυμάμαι (και τη σκέφτομαι) σήμερα.
Ηθελα πάντα να γεννήσω στο σπίτι, έχοντας μία δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα (και στην αναγκαιότητα) των νοσοκομείων όσον αφορά τις φυσιολογικές γέννες. Μέχρι δε τις τελευταίες ώρες, η εγκυμοσύνη μου ήταν καλή, και όλα έβαιναν φυσιολογικά. Υπήρχε μία γιατρός, παλιά φίλη και φεμινίστρια, η οποία με παρακολουθούσε, και τελευταία, ψάχνοντας, βρήκα μία εκπληκτική, ψαγμένη μαία, να με βοηθήσει να γεννήσω στο σπίτι. «Όλα καλά». Αλλά δεν πήγαν όλα καλά. Ενώ ξεκίνησα να γεννάω στο σπίτι, κατέληξα στο νοσοκομείο, γιατί το μωρό ανεβοκατέβαινε, κι εγώ υποπτεύτηκα ότι την κρατούσε επάνω ο ομφάλιος λώρος. Ηταν μία σειρά από αισθήσεις/διαισθήσεις μου που αποδείχθηκαν όλες απολύτως ακριβείς – αλλά που δεν τις έλαβε κανείς (μα κανείς!) υπόψη, με αποτέλεσμα να γίνουν αμέτρητα ιατρικά λάθη, να δώσω μάχη για τη ζωή μου, και σήμερα να μπορώ να υπερηφανεύομαι ότι και οι δυό μας ζούμε από θαύμα!!!
Επίσης να μπορώ να λέω μετά βεβαιότητος πλέον ότι γνωρίζω ΤΙ είναι και ΠΩΣ είναι η κόλαση, γιατί έζησα 7 μέρες εκεί. Και εννοώ το ιδιωτικό μαιευτήριο όπου γέννησα το πρώτο μου παιδί. Εζησα όλη τη φρίκη του να σε γεμίζουν φάρμακα που σου κάνουν παρενέργειες, εσύ να τις νιώθεις αλλά αυτοί να μην σε πιστεύουν, του να μην σέβονται ούτε την προσωπικότητα ούτε την ιδιαιτερότητά σου ως άνθρωπο και ως οργανισμό – επειδή εκείνοι ως «επιστήμονες» (γιατροί, ειδικοί) «ξέρουν καλύτερα». Τι ξέρουν, δηλαδή – ξέρουν ότι γράφουν τα βιβλία τους, τα γραμμένα από άντρες με τις γνωστές κοινωνικές προκαταλήψεις που βαφτίζονται επιστήμη και εκλαμβάνονται ως ιερές αλήθειες, τα οποία εξετάζουν το σώμα ως αυτόνομο μηχάνημα αποκομένο από την ψυχή και το πνεύμα… και βέβαια, ότι ισχύει για τον άνθρωπο-μητέρα, εκειμέσα, ισχύει και για τον άνθρωπο-παιδί. Λέω ότι έζησα 7 μέρες στην κόλαση γιατί έζησα 7 μέρες σε έναν χώρο που με αντιμετώπιζαν και εμένα και το παιδί μου ως πράγμα, ως αντικείμενο προς αντιμετώπιση, με παντελή έλλειψη σεβασμού… Μεγάλο μάθημα ζωής αυτό, που μου πήρε χρόνια να το χωνέψω και να θεραπεύσω το τραύμα που υπέστη η ψυχή μου από την όλη εμπειρία.
Εγώ, λοιπόν, έδωσα τη μάχη μου, επέζησα against the odds (για να μπορώ να γράφω τώρα αυτές τις λέξεις)… Και το μωρό; Το μωρό έκανα τρείς μέρες να το δω. Αργότερα έμαθα τη δική της ιστορία. Από το ζόρισμα το πολύ, με το που βγήκε από την κοιλιά μου (με «επείγουσα» καισαρική, οριακά πάντα στο χρόνο) τους έχεσε και τους κατούρησε όλους! Πάραυτα! Αγριεμένη φυσιογνωμία, μαλλί κατάμαυρο κι ατίθασο, πανκ, έκλαιγε διαρκώς μέχρι που το έφεραν σε μένα, τρείς μέρες αργότερα. Ταϊσμένο, βέβαια, όπως όλα τα μωρά (και βέβαια το έκανα μεγάλο θέμα ΚΑΙ αυτό), αλλά παρ’ όλο που δεν πεινούσε «τεχνικά», έπιασε το στήθος μου με πάθος κι άρχισε να θηλάζει. Και τότε ησύχασε. Για πρώτη φορά.
Επρεπε να επιμείνω για να μου φέρνουν το μωρό όποτε εκείνο ξυπνούσε και πεινούσε («μα αυτό ξυπνάει μέσα στη νύχτα!» ήταν η καθημερινή επωδός), έπρεπε να επιμείνω πολύ για να μην το ταϊζουν γάλα σκόνη («μα, είστε από καισαρική, μπορεί να μην έχετε γάλα» άλλη κλασσική ατάκα, όπου την τρίτη φορά που την άκουσα είπα πλέον «κυρία μου δεν βρίσκεστε μέσα στο βυζί μου, αφήστε εμένα να το αποφασίσω αυτό!») έπρεπε να δίνω μάχη για να μου επιτρέπουν να το κρατάω στο στήθος παραπάνω από τα ενδεικνυόμενα (από ποιόν, άραγε; Από τις γαλακτοβιομηχανίες, υποπτεύομαι) «τρία λεπτά από το ένα στήθος και τρία λεπτά από το άλλο»… Αυτό, πια, είναι μόνιμη πολιτική των μαιών των ιδιωτικών μαιευτηρίων, και δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος από αυτόν για να πάθεις μαστίτιδα και να σου κοπεί το γάλα – λέω για τη μαμά, μια που για το παιδί δεν γνωρίζει κανείς να μας πει «επιστημονικά» τι παθαίνει όταν το αποκόπτουν τόσο βίαια, με το ρολόι, από το μοναδικό πράγμα που μπορεί να ανακουφίσει το σώμα του και την ψυχή του στη φάση της ανάπτυξης που βρίσκεται…
Θυμάμαι ένα βράδυ, που το μωρό με τα ατίθασα μαλλιά είχε αποκοιμηθεί μπρούμυτα στο στήθος μου, εγώ μισοξαπλωμένη ανάσκελα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, από τις ελάχιστες στιγμές που είμαστε και οι δύο ήρεμες, γαλήνιες, και χαρούμενες, αυτή η (πρωτόγνωρη για μένα τότε) γλυκειά αίσθηση του να έχεις ένα μωρό να κοιμάται επάνω σου… Και μπαίνει ένας παιδίατρος, για «επίσκεψη», για «έλεγχο» του νεογνού, και μου λέει με περισπούδαστο και επιτιμητικό ύφος «κυρία μου, πώς το έχετε έτσι μπρούμυτα το παιδί; Είναι επικίνδυνο! Πρέπει να το βάλετε μέσα στην κούνια του, στο πλάι, αμέσως!» Και πήγε να σηκώσει τη μικρή, να την βάλει στο «πυρεξάκι» του μαιευτηρίου. Εκεί ξύπνησε η ύαινα (και όλα τα ζώα της ζούγκλας μαζί!) μέσα μου, και ….
…. σας αφήσαμε το καλύτερο κομμάτι να το διαβάσετε στην ανάρτηση της ξωτικό στο “a mother’s diary” και μην ξεχάσετε να αφήσετε εκεί τα σχόλια σας… γιατί να ξέρετε… θα τα διαβάσουν και τα παιδιά της!


