Η Φραγκίσκα που ζει και εργάζεται στην Ουγκάντα κι έγραψε το Σου αρέσει η Αφρική που φιλοξενήσαμε πρόσφατα, δημοσίευσε τη Δευτέρα στη σελίδα μας στο Facebook την παρακάτω φωτογραφία:
Και έγραψε: “Με αφορμή το θέμα σας που κοιμούνται τα παιδιά προσθέτω μια φωτογραφία που τράβηξα στο χωριό Beweda στην Ουγκάντα..Στο δωμάτιο αυτο κοιμούνται 3 παιδιά στο κρεββάτι της φωτογραφίας και άλλα 2 στο πατωμα. Είναι η ιστορία μιας οικογένειας όπου δέκα παιδιά μεγαλώνουν με τους παππούδες τους διότι οι γονείς τους εχουν πεθάνει.”
Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εδώ αυτή την ανάρτηση και να σκεφτούμε τι έχουμε κάνει λάθος ως ανθρωπότητα και ακόμη βλέπουμε τέτοιες εικόνες δίπλα ακριβώς στα απίστευτα επιτευγματά μας όταν κοιτάμε τις φωτογραφίες που μας άφησε η χρονιά που πέρασε …
Η ζωή στην Αφρική, σε χώρες όπως η Ουγκάντα δυστυχώς δεν βελτιώνεται. Σταματάνε κατά καιρούς οι πόλεμοι και τα μαζικά εγκλήματα αλλά κάποιοι άνθρωποι παρόλα τα ανεξίτηλα πλήγματα που έχουν δεχθεί δεν σταματάνε να ελπίζουν, να οραματίζονται και να πραγματοποιούν τα όνειρά τους… Την ζωή ενός τέτοιου ανθρώπου μας διηγείται η Φραγκίσκα, την ιστορία του Ben:
“Καλημέρα, με λένε Μπεν” έτσι ξαφνικά, με μια απλή φράση και ένα πλατύ χαμόγελο, μπήκε στη ζωή μας ο Benjamin. Ήταν στις αρχές όταν είχα πρωτοέρθει στην Ουγκάντα και ψάχναμε έναν οδηγό που να γνωρίζει καλά τους δρόμους της πόλης αλλά κυρίως τους ανθρώπους της. Ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα, και ένας ψηλός νεαρός με φωτεινό βλέμμα και παιδικό χαμόγελο μπήκε στο γραφείο. Αγαπήσαμε τον Μπεν απο την πρώτη στιγμή..ακούραστος, χωρίς ποτέ να παραπονιέται και να δυσανασχετεί, μας γνώρισε την πραγματική Ουγκάντα και τους ανθρώπους της. Αυτούς που τα κανάλια και οι εφημερίδες δεν θα σας δείξουν ποτέ και που καμία ανθρωπιστική οργάνωση δεν θα χρησιμοποιήσει ως succes story τα Χριστούγεννα…
Ο Μπεν κοιμόταν κάθε βράδυ στην αγκαλιά της μητέρας του γιατί κανείς δεν ήξερε αν το επόμενο πρωί θα ξυπνούσε για να πάει σχολείο ή αν θα γινόταν ο επόμενος στρατιώτης των ανταρτών.
Όποτε μας μιλούσε για τη μητέρα του το πρόσωπο του έλαμπε. Θυμάται πως τον προστάτευε, πως φρόντιζε πάντα να του δίνει τη μεγαλύτερη μερίδα απο το ουγκάλι, να βρίσκει πάντα εκείνες τις κόκκινες καραμέλες που τόσο του άρεσαν..Θυμάται τη γαλάζια στολή και τα καινούρια παπούτσια που με κάποιο μαγικό τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε, είχε καταφέρει να του αγοράσει ..Και πόσο περήφανη ήταν εκείνο το πρωί όταν τον έντυσε και γεμάτη χαρά του τα έδειξε…Αυτή η μέρα ήταν η πιο ευτυχισμένη της ζωής του..Με τα ολοκαίνουρια μαύρα παπουτσάκια στα πόδια έφυγε τρέχοντας για το σχολείο..Θα τα έδειχνε στα άλλα παιδιά και όλοι θα τον ζήλευαν, θα ήθελαν να τα δοκιμάσουν, αλλά εκείνος δεν θα τα έδινε σε κανέναν, γιατί ήταν μόνο δικά του. Ανυπομονούσε τόσο να πάει που έφυγε χωρίς να την χαιρετήσει, χωρίς να της πει πόσο ευτυχισμένο τον είχε κάνει. Δεν κοίταξε καν πίσω καθώς έτρεχε και δεν την είδε που στεκόταν στην πόρτα, μέσα στο φωτεινό κίτρινο φόρεμα της και το πολύχρωμο μαντήλι της. Λίγες ώρες αργότερα, οι αντάρτες του Κόνυ επιτέθηκαν στο χωριό..Ίσως αν ήξερε πως θα την έβλεπε για τελευταία φορά, να είχε γυρίσει λίγο να την κοιτάξει…
…

















