Παραμύθια

Το παιδί που φύτευε

11/03/2011
By

Η Ισαβέλλα Ζαμπετάκη γράφει σπιτικά, χειροποίητα και ολόφρεσκα παραμύθια. Τα μαμαμύθια. Οι εμπνεύσεις της προέρχονται είτε από μια δεντροφύτευση είτε… «χαζεύοντας τα αυτοκόλλητα στον τοίχο» ενός παιδικού δωματίου. Και ευτυχώς φροντίζει και τα καταγράφει μετά όχι μόνο στον υπολογιστή της αλλά και σε όμορφα pdf αρχεία με εικόνες για να μπορούμε να τα διαβάζουμε και offline.

To παρακάτω παραμύθι το αφιερώνει «… σε όλα τα παιδιά που με τη δύναμη της τσουγκράνας τους, συμμετέχουν στις αστικές δενδροφυτεύσεις.»

Photo by Martjusha

Ήταν κάποτε ένα παιδί όπως όλα.
Μια μέρα όμως, πλησίασε στο παράθυρο του δωματίου του και ένοιωσε το αεράκι να του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί.
Αμέσως, το παιδί σηκώθηκε και πήρε το δρόμο για το βουνό.
Όταν έφτασε εκεί, άνοιξε τα μάτια του διάπλατα για να δει το δάσος. Δεν είδε όμως ούτε ένα δέντρο.
Το παιδί έκανε απόλυτη ησυχία, μήπως και ακούσει κάποιο πουλί. Δεν άκουσε όμως παρά τα μαύρα κουκουνάρια να τρίζουν πάνω στα νεκρά κλαδιά.
Το παιδί κατέβασε το κεφάλι και γύρισε στο σπίτι του.

Την επόμενη μέρα, έβαλε στην τσέπη την τσουγκράνα του. Πήρε στην αγκαλιά του ένα βλαστάρι δένδρου και πήγε πάλι στο δάσος.

Έσκαψε το χώμα με την τσουγκράνα του και απομάκρυνε μία-μία τις πέτρες. Με τα μικρά του χέρια, σκάλισε απαλά μια φωλιά.
Του φώναξαν ότι δεν θα τα καταφέρει ποτέ. Αλλά το παιδί δεν τους άκουσε. Είχε την προσοχή του αλλού.

Γονάτισε και ακούμπησε το βλαστάρι κάτω προσεκτικά. Το σκέπασε με μια κουβέρτα από χώμα, έδιωξε τα ζιζάνια από το κρεβάτι του και στόλισε την αυλή του με πέτρες.

Έσκυψε και του ψιθύρισε δυο λόγια που τα άκουσε μόνο εκείνο.
Ύστερα, ήρθε η βροχή και το παιδί έπρεπε να φύγει.

Την άνοιξη, το παιδί ξαναγύρισε και απομάκρυνε τα αγριόχορτα από το δέντρο.
Το καλοκαίρι, το παιδί ήρθε πάλι. Δρόσισε το δέντρο με νερό και το παρακάλεσε να κάνει υπομονή με τον ήλιο.

Τον επόμενο χειμώνα, το δέντρο είχε τόσο μεγαλώσει που το παιδί δυσκολεύτηκε να το γνωρίσει. Όταν όμως ο αέρας κούνησε τα κλαδιά του δέντρου, το παιδί αισθάνθηκε την αναπνοή του.
Το παιδί και το δέντρο ψήλωναν χρόνο με το χρόνο…

… και διαβάστε την μικρή συνέχεια που απέμεινε αυτού του σύντομου παραμυθιού στα Μαμαμύθια, και αν σας άρεσε και θέλετε να το ξαναδιαβάσετε πολλές ακόμη φορές εκτός υπολογιστή, η Ισαβέλλα Ζαμπετάκη σας δίνει αυτή την δυνατότητα να κατεβάσετε το κείμενο μαζί με τις ζωγραφιές που το συνοδεύουν και να το εκτυπώσετε απο εδώ !

Πώς ο Γιάννης ο γιος του ψαρά έγινε πλούσιος και βασιλιάς

09/03/2011
By

Ψάχναμε μια καλή ευκαιρία να σας παρουσιάσουμε τα παραμύθια που βρήκαμε στο διαδίκτυο και η σημερινή μέρα με χιόνια έξω από τα περισσότερα παράθυρα είναι η πιο ταιριαστή ευκαιρία!

Το κορίτσι με τα παραμύθια γράφει τα παραμύθια που της έλεγε «…η γιαγιά Ευανθία (το Βανθάκι, όπως την έλεγαν όλοι). Θρακιώτισσα βέρα η γιαγιά και με ζωή σαν παραμύθι η ίδια, ήξερε να λέει παραμύθια. Παραμύθια που δεν ήταν γραμμένα πουθενά. Παραμύθια που είχε ακούσει από την δική της γιαγιά κι εκείνη από την δική της και που αν προσπαθήσουμε ν’ακολουθήσουμε την κλωστή πίσω στον χρόνο θα χαθούμε. Παραμύθια που έλεγαν στον μύλο όταν πήγαιναν για άλεσμα. Παραμύθια που έλεγαν το βράδυ γύρω από το μαγκάλι. Παραμύθια χειμωνιάτικα και παραμύθια καλοκαιρινά. Παραμύθια που λέγαν στο μπόρλιασμα των καπνών. Παραμύθια αστεία και παραμύθια σοβαρά. Παραμύθια με παραμύθια μέσα τους. Παραμύθια όχι μόνο για παιδιά αλλά και για μεγάλους. Με νεράιδες και ξωθιές… με περίεργους καλογέρους… με κυνηγούς, αράπηδες, κοκόρια που καταπίνουν ποταμούς και γεννάν λίρες… με χαμένους θησαυρούς, καραβοκύρηδες, άσπρα και μαύρα πρόβατα που πετάν μέσα σ’ένα άπατο πηγάδι… με 40 βαρέλια κρασί και 40 βόδια κρέας και κρε και κρα και τσικαίμια…»

photo by hundrednorth

Κόκκινη κλωστή δεμένη,

στην ανέμη τυλιγμένη,

δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει,

παραμύθι ν’ αρχινήσει….

Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια, σε μια μεγάλη πολιτεία κοντά στην θάλασσα, ζούσε ένα ψαράς . Φτωχός ήταν και όλο του το βιος ήταν η καλύβα που ζούσε με τη γυναίκα του και τον μικρό του γιο και η βαρκούλα του. Κάθε πρωί -πολύ πρωί, πριν ακόμα χαράξει η μέρα- έμπαινε στη βάρκα του και ανοιγόταν στο πέλαγο με την ελπίδα να πιάσει μια καλή ψαριά και φέρει το φαΐ της μέρας στο τραπέζι. Μα με καλό καιρό μα με κακό, ο ψαράς πάλευε να τα βγάλει πέρα και άλλες φορές τα κατάφερνε και άλλες όχι. Αγαπούσε όμως πολύ τη γυναίκα του και τον γιό του και προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε και ένα κομμάτι ψωμί, μα ξερό μα φρέσκο, πάντα υπήρχε στο τραπέζι τους.

Ήρθε και μια χρονιά που ο χειμώνας ήταν βαρύς και η θάλασσα ανταριασμένη και ήταν πολλές μέρες που δεν μπορούσε να βγει στο πέλαγο. Και σα να μην έφτανε αυτό ήταν καιρός τώρα που ο γιός του -ας τον πούμε Γιάννη- του ζητούσε να τον πάρει μαζί του στο ψάρεμα. Όμως ο ψαράς δεν τον έπαιρνε και το παιδί όλο τον επέμενε: «Πάρε με, καλέ πατέρα, κι εμένα μαζί σου στη βάρκα!» Αλλά τίποτα. Σα να μην άκουγε ο ψαράς. Πού να πάρει το παιδί μαζί του στη θάλασσα και στην αλμύρα… Φοβόταν μην αρρωστήσει. Και τότε ποιος της άκουγε την ψαρού του!

Μια μέρα, μετά από πολύ καιρό που είχε φουρτούνες και δεν μπορούσε να πάει για ψάρεμα, ξυπνάει ο ψαράς και βλέπει τον καιρό και ήταν χαρά Θεού στη μέση του χειμώνα. «Θα πάω στο ψάρεμα» σκέφτεται. Εκεί που ετοιμαζόταν, αρχίζει πάλι τα παρακάλια ο γιος του: «Πάρε με κι εμένα μαζί σου! Σε παρακαλώ!» Είδε κι απόειδε ότι δεν παίρνει ούτε από καλό ούτε από άγριο ο γιος του, λέει στη γυναίκα του: «Γυναίκα, ντύσε καλά το παιδί, γιατί θα έρθει μαζί μου στο ψάρεμα σήμερα. Ντύνει η γυναίκα τον Γιάννη με μάλλινα και με ζεστά, του δίνει και μια πετσέτα με λίγο ψωμί και λίγο τυρί, τον σταυρώνει και στον στέλνει στο καλό μαζί με τον άντρα της.

Αφού βγήκαν στο πέλαγο και ρίξαν τα δίχτυα στον ψαρότοπο, ο ψαράς κι ο γιος του, ψάρευαν καθετή να περάσει η ώρα μέχρι να τα μαζέψουν και μήπως και βγάλουν τίποτα παραπάνω. Περνούσε η ώρα και ξαφνικά κάτι τσιμπάει στην πετονιά του Γιάννη.Κάνει μια έτσι, αρχίζει να την τραβάει έξω, τί να δει: ένα ολόχρυσο ψάρι. «Πατέρα! Κοίτα τί έπιασα!» φωνάζει με τη μία. Κοιτάζει ο ψαράς, τρίβει τα μάτια του. Σπαρταρούσε μπροστά τους ένα ολόχρυσο ψάρι. Γυρνάει, λέει στο γιο του «Γιάννη, κάναμε την τύχη μας! Αυτό το ψάρι θα το πουλήσουμε στο παλάτι, στον βασιλιά! Θα μας ανταμοίψει γερά για τέτοιο χρυσό πεσκέσι που θα του πάμε!» Και μια και δυο, γεμίζει έναν κουβά θαλασσινό νερό και ρίχνει μέσα το χρυσό ψάρι για να μείνει φρέσκο και ζωντανό. Πιάνει τα κουπιά, λέει και του Γιάννη να κάνει το ίδιο και βάζουν πλώρη για το μεγάλο λιμάνι. Φτάνουν, λέει ο ψαράς στον Γιάννη: «Κάτσε εσύ εδώ και πρόσεχε μη μας κλέψει κανείς το χρυσό ψάρι κι εγώ τρέχω στο παλάτι.» και πηδάει έξω από τη βάρκα. Έμεινε ο Γιάννης να φυλάει το ψάρι. Περνούσε η ώρα, έβλεπε ο Γιάννης το ψάρι το χρυσό να κολυμπάει στον κουβά και σκεφτόταν «Κρίμα δεν είναι τόσο όμορφο ψάρι να το φάει ο βασιλιάς…;» και χωρίς να το πολυσκεφτεί πιάνει μια και ρίχνει το ψάρι πίσω στη θάλασσα μαζί με τον κουβά. Τώρα; Άρχισαν να τον ζώνουν σα φίδια οι κακές σκέψεις: «και σαν γυρίσει ο πατέρας και δεν βρει το ψάρι; θα με δείρει… κι αν ο βασιλιάς δεν πάρει το ψάρι, θα πει πως ο πατέρας τον κορόιδεψε και θα τον τιμωρήσει… κι αν…» Και μέσα στην απελπισία του, πηδάει έξω από τη βάρκα και το βάζει στα πόδια. Τρέχει, τρέχει, μέχρι που δεν τον βαστούσαν τα πόδια του άλλο. Σταματάει να πάρει μια ανάσα να δει τί θα κάνει. Κοιτάει γύρω του, είχε βγει από την πολιτεία και ήταν στο δάσος τώρα. Ψηλά δέντρα παντού γύρω και σε λίγο θα έπαιρνε να βραδιάζει. «Τί εδώ, τί αλλού…» σκέφτηκε και συνέχισε να περπατάει όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος.

Νύχτωσε για τα καλά πια και ο Γιάννης ακόμα περπατούσε. Κουρασμένος, πεινασμένος, ακόμα πήγαινε ΄μέσα στο κρύο και στη νύχτα χωρίς να ξέρει που. Εκεί που πήγαινε, βλέπει ένα φως από μακρυά. Αποφασίζει να πάει πιο κοντά να δει. Μια φωτιά. Όπως πλησιάζει,μια φωνή: «Επ! Ποιός είναι εκεί; Φανερώσου!» Φανερώνεται. «Εγώ είμαι, ο Γιάννης, ο γιος του ψαρά.» «Έλα» του λέει η φωνή. Πάει ο Γιάννης, τί να δει: ένα αγόρι στα χρόνια του, καθόταν σταυροπόδι κοντά στη φωτιά. «Κάτσε» του λέει «Εγώ είμαι ο Κώστας, ο ψυχογιός του τσομπάνη.» «Και τί ζητάς εδώ τέτοια ώρα χωρίς κοπάδι;» ρωτάει ο Γιάννης «Αυτό κι αυτό, εκεί που άρμεγα σήμερα έριξα κάτω όλες τις καρδάρες με το γάλα και φοβήθηκα πως θα με δείρει ο τσομπάνης όταν γυρίσει από την πόλη και το έσκασα. Εσύ πώς βρέθηκες εδώ πάνω;» ρώτησε με τη σειρά. «Εγώ έπιασα ένα χρυσό ψάρι το πρωί και ο πατέρας μου θα το πουλούσε στον βασιλιά, αλλά εγώ το λυπήθηκα κα το έριξα πίσω στη θάλασσα και μετά φοβήθηκα πως θα με τιμωρούσε ο πατέρας μου ή χειρότερα, πως ο βασιλιάς θα τιμωρούσε τον πατέρα μου και το έσκασα κι εγώ.» «Αφού φευγάτοι απ’ τα σπίτια μας είμαστε και οι δυο» λέει το τσομπανόπουλο -ας τον πούμε Κώστα- «τί λες να γίνουμε αδέρφια και να πάμε να βρούμε την τύχη μας μακρυά από δω;» «Να γίνουμε!» λέει ο Γιάννης.

Και τα δυο παιδιά δώσαν τα χέρια και γίνανε αδέρφια.

συνεχίζεται…

…. το παραμύθι έχει συνεχίζεται σε τρεις ακόμη αναρτήσεις,

Πώς ο Γιάννης ο γιος του ψαρά έγινε πλούσιος και βασιλιάς – 2

Πώς ο Γιάννης ο γιος του ψαρά έγινε πλούσιος και βασιλιάς – 3

Πώς ο Γιάννης ο γιος του ψαρά έγινε πλούσιος και βασιλιάς – 4

και οι οποίες πραγματικά θα σας εντυπωσιάσουν και θα δώσουν πολλά μαθήματα στα παιδιά! Όπως άλλωστε αυτός είναι και ο σκοπός των παραμυθιών πέρα από το να διασκεδάσουν!

Και να το παρακολουθείτε το κορίτσι με τα παραμύθια γιατί έχει γράψει ήδη και άλλα παραμύθια της γιαγιάς της, αλλά να παρακολουθείτε και εμάς, γιατί στις επόμενες ημέρες θα σας αποκαλύψουμε μια ακόμη παραμυθού του διαδικτύου!

Ο Καβουράκης και το ταξίδι του

17/11/2010
By

O Moloch διαγνώστηκε με μία σπάνια μορφή καρκίνου στα 28 του. Σήμερα δημοσίευσε στο blog του μία ιστορία, ένα παραμύθι για να δώσει δύναμη στους γονείς και στα παιδιά που μπορει να έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο. Μια ιστορία ελπίδας! Το μόνο που ζητάει είναι να αναδημοσιευτεί το κείμενο του όσο μπορεί περισσότερο (αναφέροντας πάντα με σύνδεσμο τον δημιουργό του) και ρωτάει αν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να εικονογραφήσει αυτή την ιστορία ή ακόμη και να την εκδώσει προκειμένου να μοιραστεί στα παιδιά και στους γονείς τους που έχουν ξεκινήσει τον δικό τους αγώνα ενάντια στην ασθένεια του καρκίνου.

photo by cephalopodcast

Ο Καβουράκης και το ταξίδι του

Μια μικρή ιστορία για τα παιδιά που με τη φαντασία τους μπορούν να νικήσουν τα πάντα.

Ο Άκης είναι ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Πάει στη γ’ τάξη του Δημοτικού σε μια όμορφη γειτονιά της Αθήνας, από εκείνες που τα παιδιά μαζεύονται μετά τα μαθήματά τους και παίζουν μπάλα και κρυφτό. Είναι αρκετά καλός μαθητής, χωρίς να διαβάζει πολύ και αυτό τον κάνει διπλά χαρούμενο όταν του λέει μπράβο η δασκάλα. Κι ο Δήμος είναι καλός μαθητής, ίσως καλύτερος από τον Άκη, αλλά δε βγαίνει ποτέ να παίξει τα απογεύματα γιατί η μαμά του τον βάζει να διαβάζει πολύ και μετά τον εξετάζει.
Μια μέρα του φθινοπώρου, ο Άκης γύριζε σπίτι από το σχολείο φορτωμένος με τα μπράβο του και χαρούμενος σκεφτόταν ότι η μητέρα του θα του είχε φτιάξει κεφτεδάκια με πατάτες που του αρέσουν. Ύστερα, θα πήγαινε μια βόλτα με τον παππού και ίσως του έπαιρνε και μια σοκολάτα να μοιραστούν στην παιδική χαρά. Ο παππούς βέβαια θα έπαιρνε ένα μικρό κομματάκι γιατί λέει ότι είναι ήδη γεμάτος ζάχαρη. Τον Άκη δε θα τον πείραζε να είναι γεμάτος ζάχαρη σκέφτηκε καθώς έφτανε σπίτι.
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μέχρι την πόρτα του σπιτιού ένιωσε ένα μικρό, πολύ μικρό πόνο στο πόδι του. Όπως τότε που ο Μιχάλης, εκείνο το παιδί που κάνει τη δασκάλα να τραβάει τα μαλλιά της και είναι πολύ αστεία όταν το κάνει, είχε τσιμπήσει το μπράτσο του για να του πάρει το καινούριο του μολύβι. Τι να έγινε εκείνο το μολύβι, αναρωτήθηκε και ξέχασε τον πόνο.
Οι μέρες περνούσαν άλλες όμορφες σαν εκείνη τη μέρα που πήγε με το μπαμπά και τη μαμά να δουν τα δελφίνια κι άλλες άσχημες όπως τότε που η γειτόνισσα με τις γάτες δεν του έδωσε τη μπάλα που έπεσε στον κήπο της. Αυτό που δεν άλλαζε όμως ήταν εκείνος ο περίεργος πόνος στο πόδι του, λίγο πιο πάνω από το γόνατο. Ο Άκης νόμιζε ότι το είχε χτυπήσει κάποια στιγμή παίζοντας μπάλα. Βλέπετε όσοι δεν ήξεραν ποδόσφαιρο στη γειτονιά του, φαίνεται προσπαθούσαν να κλωτσήσουν τα πόδια των άλλων αντί για τη μπάλα. Δεν το κατάλαβε ποτέ του ο Άκης το γιατί. Το πιο περίεργο δε, ήταν ότι τις περισσότερες φορές ο πόνος ήταν πιο δυνατός το βράδυ, όταν έπεφτε να κοιμηθεί.
Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα, καληνύχτισε τους γονείς του και πήγε στο κρεβάτι του. Διάβασε μερικές σελίδες από το βιβλίο με το νεαρό μάγο που αφού μεγάλωσε έπιασε δουλειά στο τσίρκο και έσβησε το φως να κοιμηθεί. Έβλεπε πολλά και περίεργα όνειρα αλλά αυτό που θα έβλεπε απόψε δεν χώραγε στη φαντασία του! Καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του δίπλα στο μαξιλάρι του ήρθε και στάθηκε ένα μικρό γυαλιστερό καβουράκι. Ο Άκης, αν και είχε δει πολλά καβουράκια στη ζωή του στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί, δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είναι. Βλέπετε κάτι το σκοτάδι, κάτι το κοστούμι με τη γραβάτα. Ε; Για στάσου! Από πότε τα καβουράκια φοράνε ρούχα; Και τι δουλειά είχε στο μαξιλάρι του Άκη; Read more »

Το Κίτρινο Παραμύθι

20/08/2010
By

Η καλοκαιρινή μας διάθεση συνεχίζεται… και θέλει παραμύθια! Ο γνώριμος σας πλέον μπαμπάς Κώστας Στοφόρος εμπνεύστηκε από μία από τις υπέροχες ονειρικές ζωγραφιές της Στεφανίας Βελδεμίρη και ξεκίνησε ένα παραμύθι! Το κίτρινο παραμύθι, ένα παραμύθι μέσα σε ένα άλλο παραμύθι… ένα όνειρο μέσα σε ένα άλλο όνειρο… που έχει μέσα του μια κόκκινη σταγόνα αλλά και μια καλοκαιρινή … συνταγή για κολοκυθοανθούς! Εκτυπώστε το ή πάρτε λάπτοπ στα πόδια, παιδιά στα πόδια και αρχίστε την διήγηση στις δικές σας πριγκίπισσες ή πρίγκιπες!

Η ζωγραφιά είναι της Στεφανίας Βελδεμίρη

Της κίτρινης πριγκίπισσας, της άρεσαν οι πρίγκιπες που φορούσαν μπλουτζίν. Αγαπούσε τα φεγγάρια και απορούσε που όλοι βλέπανε μόνο ένα στον ουρανό. Εκείνη, τα βράδια συνήθιζε να πίνει ένα ποτήρι κατακόκκινο κρασί περπατώντας αργά, στους δρόμους της πολιτείας και να μετράει φεγγάρια, ενώ κάποιοι γύρω της μετρούσαν τα αστέρια. Κι απορούσε. Που δεν τα έβλεπαν. Τι κρίμα… Μια νύχτα, καθώς βάδιζε αργά και κοιτούσε ψηλά, άκουσε μια σιγανή φωνή να ρωτάει: «11 είναι τα φεγγάρια σήμερα κοπελιά ή μήπως δέκα;». «Δέκα», του αποκρίθηκε εκείνη «το ένα είναι ο ανεμοδείκτης του πύργου». Η πριγκίπισσα ένιωσε τα πόδια της να χάνουν τη επαφή με τη γη. Λίγο κρασί χύθηκε στο δρόμο. Πετούσε;

-Δε μου τα λες καλά γιαγιά, της είπε η πριγκίπισσα χωρίς όνομα.
-Γιατί παιδί μου;
-Αποκλείεται να έπινε κατακόκκινο κρασί η κίτρινη πριγκίπισσα. Εσύ δε μου έλεγες πως της άρεσε μόνο ότι είναι κίτρινο;
-Εντάξει, εντάξει… Θα το πω πάλι…
-…έπινε λοιπόν λεμονάδα
-Μα δεν είναι κίτρινη η λεμονάδα!
-Ναι, αλλά είναι κίτρινα τα λεμόνια.
-Καλά…
-…έπινε λοιπόν λεμονάδα, περπατώντας αργά στους δρόμους της πόλης, συνέχισε η γιαγιά και το παραμύθι κυλούσε ομαλά…
Τα ματάκια της πριγκίπισσας χωρίς όνομα άρχισαν να κλείνουν. Τώρα αυτή ήταν που πετούσε πάνω από ένα λιβάδι με κατακίτρινες μαργαρίτες… «Σιγά μην άρεσαν στη κίτρινη πριγκίπισσα και οι κατακόκκινες παπαρούνες», ήταν η τελευταία της σκέψη… «Τρελάθηκε η γιαγιά!»
Αν όμως η πριγκίπισσα χωρίς όνομα κοιμήθηκε, το παραμύθι ήταν αδύνατον να σταματήσει. Κι ας σώπαινε η γιαγιά κοιτάζοντας κάποιο μακρινό σημάδι στον ουρανό κι αργοκουνώντας το κεφάλι…

Η κίτρινη πριγκίπισσα συνέχισε λοιπόν να πετάει. Κι αυτή βεβαίως είχε όνομα. Την έλεγαν Χρυσάνθη. Κι αυτό το όνομα σιγοψιθύριζε πίσω της η φωνή καθώς η ίδια υψωνόταν πάνω από τον Κίτρινο Ποταμό και έβλεπε τις αγαπημένες της όχθες να απομακρύνονται.

… συνεχίστε την ανάγνωση στην ανάρτηση στο Ημερολόγιο ενός πατέρα, οι διηγήσεις και οι ζωγραφιές σίγουρα θα σας ταξιδέψουν σε ένα ταξίδι χρωμάτων και γεύσεων που δεν θα θέλετε να τελειώσει, το τέλος είναι απροσδόκητο και ο επίλογος θα σας εξηγήσει τα σημαντικά!

Και τις επόμενες ημέρες διαβάστε και το κόκκινο παραμύθι (της Στεφανίας) ή απλά κλείστε τα μάτια σας και απλά ταξιδέψτε στο δικό σας καλοκαιρινό παραμύθι!